Δεκ
07

Πιο κοντά στη φτώχεια 700.000 άτομα της μεσαίας τάξης
Εκτύπωση

Νέα έρευνα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη φτώχεια και την οικονομική ανισότητα

στην Ελλάδα – Ένας στους δύο Έλληνες τα βγάζει πέρα οικονομικά με πολύ μεγάλες δυσκολίες

 

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα από την μελέτη της «ΔιαΝΕΟσις», περίπου 700.000 άτομα, που πριν από την κρίση ανήκαν στη μεσαία τάξη, πλέον είναι αντιμέτωποι με τη φτώχεια, ως απόρροια της εισοδηματικής ανισότητας.

«Στην Ελλάδα, η εισοδηματική ανισότητα σταδιακά μειωνόταν από το σχετικά υψηλό επίπεδο πριν από το 1980, με την τάση απομείωσης ουσιαστικά να διακόπτει η κρίση, καθώς από το 2009 η εισοδηματική ανισότητα αυξάνεται. Ωστόσο, η παρατηρούμενη αύξηση είναι μικρότερη του αναμενόμενου (με βάση τη σημαντική μείωση του κατά κεφαλήν εισοδήματος), γεγονός που παρουσιάζει ενδιαφέρον λόγω του μεγέθους της κρίσης», αναφέρει χαρακτηριστικά στην έρευνά της η «ΔιαΝΕΟσις».

Το παρακάτω διάγραμμα απεικονίζει το ποσοστό ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού κατά την περίοδο 2007-2016.

Η αύξηση του ποσοστού είναι της τάξης των 8 ποσοστιαίων μονάδων, η οποία πρακτικά σημαίνει αυξημένο κίνδυνο φτωχοποίησης ή αποκλεισμού ενός πολύ σημαντικού πληθυσμιακού ποσοστού (περίπου 700.000 ατόμων), το οποίο στην περίοδο πριν την κρίση λογιζόταν ως μεσαία τάξη. Μάλιστα, όπως φαίνεται στο ίδιο διάγραμμα, η αύξηση αυτή είναι εφάμιλλη για άνδρες και γυναίκες.

Στο μεταξύ, όταν εξετάζεται το ποσοστό ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού ανά ηλικιακή ομάδα, τα συμπεράσματα είναι ακόμα πιο εντυπωσιακά.

Αντίθετα, αυξάνεται τόσο ο κίνδυνος παιδικής φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, όσο και ο αντίστοιχος κίνδυνος για τις παραγωγικές ηλικίες. Τεράστια είναι η αύξηση του κινδύνου για τους νέους 16-24 ετών.

Συμπερασματικά, η έρευνα της «διαΝΕΟσις», αποκαλύπτει ότι η κρίση οδήγησε σε σημαντική αύξηση του κινδύνου φτωχοποίησης ή αποκλεισμού μέρους της μεσαίας τάξης. Ο βασικός λόγος αυτής της εξέλιξης είναι η αύξηση της ανεργίας ειδικά στις νεότερες ηλικίες και πάντως όχι σε ηλικίες μεγαλύτερες των 55 ετών.

Σε ότι αφορά την ελληνική οικονομία, η μείωση της ανισότητας περνάει μέσα από τρεις σημαντικούς παράγοντες. Πρώτο, τη διευκόλυνση της επιχειρηματικότητας με μοναδικό κανονιστικό πλαίσιο αυτό της μείωσης της σκιώδους οικονομίας και την απόδοση της φορολογίας. Δεύτερο, την απελευθέρωση και εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Τρίτο, την παροχή ποιοτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού και τη σύνδεσή της με την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία.

Τα βγάζουν πέρα με δυσκολίες

Παράλληλα, σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες (46%) τα βγάζει πέρα οικονομικά με πολύ μεγάλες δυσκολίες, σύμφωνα με έρευνα της Μονάδας Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Εφαρμοσμένων Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας που αφορά την εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης των Ελλήνων για τον Νοέμβριο του 2017.

Ο αριθμός αυτός παραμένει σταθερός σε σχέση με τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ενώ συγκριτικά με ένα χρόνο πριν, σημειώνεται πτώση της τάξεως των 3,5 ποσοστιαίων μονάδων (Νοέμβριος 2016 49,5%). Την ίδια στιγμή, το 8% των ερωτηθέντων απαντά πως δεν τα βγάζει πέρα.

Επιπλέον, 4 στους 10 δηλώνουν πως τα βγάζουν πέρα χωρίς να μένουν και πολλά στην άκρη. Το ποσοστό αυξάνεται κατά 7,5 μονάδες σε σχέση με το Νοέμβριο του 2016 ενώ παραμένει σταθερό σε σύγκριση με τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους.

Τέλος, το 6,5% του συνολικού πληθυσμού, αναφέρει πως είναι άνετα οικονομικά, αριθμός που αυξάνεται κατά 1 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με ένα μήνα αλλά και δώδεκα μήνες πριν (Οκτώβριος 2017 και Νοέμβριος 2016).

Ποιες επιχειρήσεις αντέχουν

Από την άλλη, το τίμημα της κρίσης πληρώνουν οι Μεσαίες και Μικρές Επιχειρήσεις (ΜμΕ), η απασχόληση στις οποίες μειώθηκε από 2,39 εκατ. εργαζομένους το 2008 σε 1,79 το 2014.

Εν τούτοις αντιπροσωπεύουν το 87% της απασχόλησης στις επιχειρήσεις και αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, γι' αυτό και η ανάταξή τους θα συμβάλει στην ταχύτερη ανάκαμψη της χώρας.

Το «φάρμακο» για την επιβίωση και την επίτευξη καλύτερων επιδόσεων για όσες από τις ΜμΕ έχουν τις προοπτικές είναι, η μεγέθυνσή τους μέσα από εξαγορές και συγχωνεύσεις και η εξεύρεση λύσης των «κόκκινων» δανείων που διατηρούν οι περισσότερες από αυτές.

Η έρευνα της ΕΥ εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Φόρουμ Μεσαίων και Μικρών Επιχειρήσεων του ΣΕΒ, με τον συντονισμό του Τομέα Βιομηχανίας, Αναπτυξιακών Πολιτικών και Δικτύων του ΣΕΒ.

Στην Ελλάδα το πλήθος των ΜμΕ αντιπροσωπεύει το 99,9% του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων και σε απόλυτα νούμερα ξεπερνούν τις 650.000. Καλύπτουν ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων και κλάδων, διαμορφώνουν το 19,3% του ΑΕΠ και το 87% της απασχόλησης σε επιχειρήσεις.

Πολύ μικρή επιχείρηση χαρακτηρίζεται η επιχείρηση με προσωπικό έως και εννέα εργαζομένους και κύκλο εργασιών έως και 2 εκ. ευρώ. Μικρή επιχείρηση χαρακτηρίζεται η επιχείρηση με προσωπικό έως και 49 εργαζομένους και κύκλο εργασιών έως και 10 εκατ. ευρώ. Μεσαία επιχείρηση χαρακτηρίζεται η επιχείρηση με προσωπικό έως 249 εργαζομένους και κύκλο εργασιών έως 50 εκατ. ευρώ.

Μέσα στην κρίση, αναδεικνύεται ένα προφίλ ΜμΕ που αντέχουν και ενισχύουν τις δυνατότητες ανάκαμψης και παραγωγικής μεγέθυνσής τους. Σύμφωνα με τη μελέτη της EY, oι επιχειρήσεις αυτές παρουσιάζουν ένα ή και περισσότερα από τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

Σχετικό μέγεθος, που δίνει ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα: Οι μεσαίες επιχειρήσεις αύξησαν τα περιθώρια κέρδους έως 35%, ενώ οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις είχαν πτώση 50%. Επίσης, αν και μειώθηκε ο συνολικός αριθμός των μεσαίων επιχειρήσεων, η μοναδιαία προστιθέμενη αξία παρέμεινε σταθερή, ενώ των πολύ μικρών και μικρών μειώθηκε σημαντικά (-12,5%).

-Εξωστρέφεια και εστίαση σε εμπορεύσιμα προϊόντα / υπηρεσίες: Οι ΜμΕ είναι κυρίως εισαγωγικές, όμως ειδικά οι μεσαίες πέτυχαν 40% αύξηση των εξαγωγών τους.

-Έργα σε δραστηριότητες προστιθέμενης αξίας: Η φαινόμενη παραγωγικότητα (προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο) στις μεσαίες επιχειρήσεις είναι περίπου 40% μεγαλύτερη από τις μικρές και περίπου 178% μεγαλύτερη από τις πολύ μικρές.

-Έμφαση στη Μεταποίηση, όπου εμφανίζεται τετραπλάσια προστιθέμενη αξία (ανά επιχείρηση) σε σχέση με τις υπηρεσίες.

-Καινοτομία, με τις επιδόσεις στον δείκτη καινοτομίας (European Innovation Scoreboard - EIS) στο 29,6 έναντι 30,6 μ.ό. στην ΕΕ.

p.p1 {margin: 0.0px 0.0px 0.0px 0.0px; font: 12.0px Helvetica; min-height: 14.0px} p.p2 {margin: 0.0px 0.0px 0.0px 0.0px; font: 12.0px Helvetica}

-Συμμετοχή σε παραγωγικά (Β2Β) δίκτυα και συνεργασίες με μεγαλύτερες επιχειρήσεις: Ειδικά για τις καινοτόμες επιχειρήσεις, αυτό αφορά το 12,4%, έναντι 10,3% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Share on facebook
  • Εφημερίδα Ανεξάρτητος
  • Εφημερίδα Ανεξάρτητος
  • Εφημερίδα Ανεξάρτητος