ΘΕΡΙΝΕΣ ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ – Χάθηκε το «στοίχημα» για έξι στις δέκα επιχειρήσεις

Χειρότερες πωλήσεις στη διάρκεια των θερινών εκπτώσεων συγκριτικά με πέρυσι, κατέγραψαν έξι στις δέκα επιχειρήσεις του λιανικού εμπορίου, ενώ μόλις 1 στις 10, κυρίως πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, κατέγραψαν θετικό πρόσημο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα πανελλαδικής έρευνας του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ.

Όπως προκύπτει από την έρευνα, σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (47%) εμφανίστηκαν λίγο έως καθόλου ικανοποιημένες από τις πωλήσεις τους κατά την περίοδο των θερινών εκπτώσεων.

«Τα αποτελέσματα των θερινών εκπτώσεων έρχονται να συμπληρώσουν το αρνητικό ‘σερί’ της αγοράς από την αρχή του χρόνου. Έξι στις δέκα επιχειρήσεις κατέγραψαν πτώση πωλήσεων, γεγονός που αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη αδυναμία τους να ανακάμψουν» σχολίασε αναφορικά με τα ευρήματα της έρευνας ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Σταύρος Καφούνης, προσθέτοντας πως «τα βασικά ορόσημα της χρονιάς –χειμερινές εκπτώσεις, πασχαλινή περίοδος και θερινές εκπτώσεις– χάθηκαν για τον κλάδο».

«Αυτό που μένει, εκτός από τον ισχνό τζίρο, είναι η ανησυχία χιλιάδων μικρομεσαίων και πολύ μικρών εμπορικών επιχειρήσεων για την πορεία των επόμενων μηνών. Η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει σε άμεσες παρεμβάσεις, στηρίζοντας ουσιαστικά τις επιχειρήσεις που κρατούν ζωντανή την αγορά και την απασχόληση. Και, επιπλέον, ήρθε η ώρα να επαναξιολογήσουμε τον θεσμό των εκπτώσεων ώστε να έχει θετικό αντίκτυπο σε επιχειρήσεις και καταναλωτές» τόνισε ο κ. Καφούνης.

Βάσει της έρευνας, η επιθυμία προσέλκυσης καταναλωτών ωθεί 4 στους 10 επιχειρηματίες (37%) να διατηρήσουν τις χαμηλές τιμές και τις προσφορές και μετά το επίσημο πέρας αυτών, παρά το περιοριστικό θεσμικό πλαίσιο. Υπό αυτό το πρίσμα, όπως σημειώνει η ΕΣΕΕ, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι 6 στις 10 επιχειρήσεις υιοθέτησαν ποσοστά εκπτώσεων άνω του 30%, με το «κλιμάκιο έκπτωσης» 31% – 40% να συγκεντρώνει την ισχυρότερη προτίμηση.

Για σχεδόν 4 στις 10 επιχειρήσεις (38%) η περίοδος με την υψηλότερη αγοραστική κίνηση ήταν το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου, εύρημα που πιθανόν συνδέεται και με την έλλειψη ρευστότητας αλλά και τη χρονική συγκυρία καταβολής του επιδόματος αδείας /δώρου (Διάγραμμα 5).

Για 7 στις 10 επιχειρήσεις στις οποίες καταγράφηκαν χαμηλότερες πωλήσεις συγκριτικά με την αντίστοιχη εκπτωτική περίοδο πέρυσι, η μείωση διαμορφώθηκε έως 20%. Αντίθετα, για 2 στις 3 επιχειρήσεις που δήλωσαν αύξηση των πωλήσεων, η άνοδος δεν υπερέβη το 10% σε σχέση με πέρυσι.

Δύο στις 3 επιχειρήσεις υιοθέτησαν τα ίδια, με το καλοκαίρι του 2024, ποσοστά εκπτώσεων. Επιπλέον, οι μισές (47%) επιχειρήσεις πραγματοποίησαν εκπτώσεις σε όλα ανεξαιρέτως τα εμπορεύματα του καταστήματος.

Χαμηλότερη επισκεψιμότητα

Ενδεικτικό του κλίματος είναι επίσης οι μισές (51%) επιχειρήσεις κατέγραψαν χαμηλότερη επισκεψιμότητα σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Κατόπιν των παραπάνω, μόνο το 21% των επιχειρηματιών δήλωσε πολύ έως πάρα πολύ ικανοποιημένο από την επισκεψιμότητα στα καταστήματα.

Στη μέγγενη της ακρίβειας και του αυξημένου λειτουργικού κόστους οι επιχειρήσεις

Οι επιχειρηματίες αξιολογούν την ακρίβεια, την αύξηση του λειτουργικού κόστους, το μειωμένο διαθέσιμο εισόδημα για αγορές και την αύξηση των τιμών προμηθευτών ως τα πλέον σημαντικά προβλήματα με αρνητική επιβάρυνση. Τρεις στις 4 επιχειρήσεις (74%) σημειώνει πως το λειτουργικό της κόστος έχει διογκωθεί περισσότερο από 10% από τις αρχές του έτους έως σήμερα.

Στο πλαίσιο αυτό, το 67% των επιχειρηματιών δηλώνει από Καθόλου έως Λίγο ανακουφισμένο από τα μέτρα στήριξης έναντι των ανατιμήσεων και αύξησης του ενεργειακού κόστους.

Παρά την ενίσχυση των απομακρυσμένων πωλήσεων, το 45% των επιχειρηματιών δήλωσε πως οι πωλήσεις του φυσικού καταστήματος ήταν περισσότερες από τις ηλεκτρονικές. Αυτό το εύρημα υπογραμμίζει και τα κίνητρα που πρέπει να δοθούν για την περαιτέρω ψηφιακή ωρίμανση της αγοράς.

Στοιχεία από τον υπουργό Επικρατείας

«Τα συγκριτικά δεδομένα δείχνουν από χρόνο σε χρόνο ότι (οι επιχειρήσεις) έχουν δίπλα τους μια κυβέρνηση που χρόνο με το χρόνο προσπαθεί και καταφέρνει χάρη στις πολιτικές της να στηρίζει τη μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα».

Αυτό είναι το συμπέρασμα ανάρτησης του υπουργού Επικρατείας, Άκη Σκέρτσου, για την επιχειρηματικότητα, που επικαλείται συγκριτικά στοιχεία του 2019 και του 2023 και 2024, σε δύο δείκτες: τον αριθμό των επιχειρήσεων που λειτουργούν σε μια οικονομία και τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται σε αυτές τις επιχειρήσεις.

Μεταξύ άλλων στην ανάρτησή του ο υπουργός, αναφέρει και τα εξής: «Ας δούμε λοιπόν, τι λένε τα διαχρονικά και αδιαμφισβήτητα στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ για τον αριθμό των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων αλλά και για τον αριθμό όσων εργάζονται σε αυτές.

Επιχειρήσεις με 1 έως 4 εργαζόμενους:

2019: 191.823 επιχειρήσεις με 343.088 εργαζόμενους

2023: 215.733 επιχειρήσεις (+23.910 επιχειρήσεις/+12,5%) με 386.021 εργαζόμενους (+42.933 εργαζόμενοι/+12,5%)

2024: 216.446 επιχειρήσεις (+24.623 επιχειρήσεις/+12,8%) με 390.925 εργαζομένους (+47.837 εργαζόμενοι/+13,9%)

Επιχειρήσεις με 5 έως 9 εργαζόμενους:

2019: 38.120 επιχειρήσεις με 248.445 εργαζόμενους

2023: 42.824 επιχειρήσεις (+4.704 επιχειρήσεις/+12,3%) με 278.845 εργαζόμενους (+ 30.400 εργαζόμενοι/+12,2%)

2024: 43.787 επιχειρήσεις (+ 5.667 επιχειρήσεις/+14,9%) με 284.992 εργαζομένους (+ 36.547 εργαζόμενοι/+14,7%)

Επιχειρήσεις με 10 έως 49 εργαζόμενους:

2019: 30.776 επιχειρήσεις με 582.039 εργαζόμενους

2023: 34.421 επιχειρήσεις (+3.645 επιχειρήσεις/+11,8%) με 653.551 εργαζόμενους (+ 71.512 εργαζόμενοι/+12,3%)

2024: 35.414 επιχειρήσεις (+ 4.638 επιχειρήσεις/+15,1%) με 673.001 εργαζομένους (+ 90.962 εργαζόμενοι/+15,6%)

Επιχειρήσεις με 50 έως 249 εργαζόμενους:

2019: 3.851 επιχειρήσεις με 378.418 εργαζόμενους

2023: 4.462 επιχειρήσεις (+611 επιχειρήσεις/+15,9%) με 437.321 εργαζόμενους (+58.903 εργαζόμενοι/+15,6%)

2024: 4.582 επιχειρήσεις (+731 επιχειρήσεις/+19%) με 456.727 εργαζομένους (+78.309 εργαζόμενοι/+20,7%)

Από τα παραπάνω στοιχεία δεν προκύπτει απλά και μόνο μια ονομαστική αύξηση του αριθμού των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις αυτές δημιουργούν, παράγουν, εξάγουν, προσφέρουν υπηρεσίες, καινοτομούν. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι επιχειρήσεις αυτές έχουν δημιουργήσει χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας που δίνουν ψωμί και αξιοπρέπεια σε εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας που ήταν άνεργοι έως το 2019».

 

Επιμέλεια: Βασίλης Λούπας