ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ – Ζητούμενοι η επανεξέταση της ΕΒΕ στα περιφερειακά ΑΕΙ

dav

Επιστολή προς την υπουργό Παιδείας, η οποία κοινοποιείται στον υφυπουργό Ανώτατης Εκπαίδευσης, τον Γενικό Γραμματέα Ανώτατης Εκπαίδευσης, την Πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και προς τους βουλευτές του νομού, απέστειλε το Επιμελητήριο Ιωαννίνων.

Το Επιμελητήριο, καταθέτει ένα υπόμνημα με προτάσεις για την επανεξέταση της εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής στα περιφερειακά Πανεπιστήμια, κάνοντας λόγο για σωρευτικές επιπτώσεις της εφαρμογής της ΕΒΕ στην οικονομία των Ιωαννίνων, στη λειτουργία του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και στην περιφερειακή ανάπτυξη.

Αρχικά, το Επιμελητήριο σημειώνει προς την υπουργό, πως στο πλαίσιο του θεσμικού του ρόλου ως συμβούλου της Πολιτείας σε θέματα οικονομικής ανάπτυξης και εκπροσώπησης της επιχειρηματικής κοινότητας, επιθυμεί να θέσει υπόψη της έναν προβληματισμό που «υπερβαίνει τα στενά όρια της εκπαιδευτικής πολιτικής και αφορά πλέον άμεσα την περιφερειακή ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και τη βιωσιμότητα της τοπικής οικονομίας».

Και στη συνέχεια σημειώνει: «Η παρούσα παρέμβαση δεν αποσκοπεί στην αμφισβήτηση της ανάγκης διασφάλισης της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης ούτε στην αμφισβήτηση της αρχής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής ως εκπαιδευτικού εργαλείου. Αντιθέτως, αναγνωρίζουμε ότι κάθε σύστημα πρόσβασης οφείλει να υπηρετεί την ακαδημαϊκή ποιότητα και την εύρυθμη λειτουργία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.

Ωστόσο, μετά από πέντε έτη εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, εκτιμούμε ότι έχει πλέον διαμορφωθεί επαρκές χρονικό διάστημα ώστε να αξιολογηθούν, πέραν των ακαδημαϊκών, και οι οικονομικές, κοινωνικές και αναπτυξιακές συνέπειες που αυτή έχει επιφέρει, ιδιαίτερα στα περιφερειακά πανεπιστήμια και στις τοπικές κοινωνίες που στηρίζουν σημαντικό μέρος της οικονομικής τους δραστηριότητας στη φοιτητική παρουσία.

Στην περίπτωση των Ιωαννίνων, η επίδραση αυτή είναι ιδιαίτερα αισθητή. Από την έναρξη εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής μέχρι και σήμερα, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων έχει στερηθεί σωρευτικά χιλιάδες δυνητικούς εισακτέους, με αποτέλεσμα να παραμένουν κάθε χρόνο σημαντικός αριθμός θέσεων κενός. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί μόνο ζήτημα που αφορά το ίδιο το Πανεπιστήμιο. Αποτελεί ταυτόχρονα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την οικονομική δραστηριότητα μιας ολόκληρης περιφέρειας. Η πόλη των Ιωαννίνων έχει διαμορφώσει διαχρονικά σημαντικό μέρος της οικονομικής της λειτουργίας γύρω από την παρουσία των φοιτητών. Η αγορά κατοικίας, η εστίαση, το λιανεμπόριο, οι μεταφορές, οι υπηρεσίες, ο πολιτισμός και εκατοντάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τον φοιτητικό πληθυσμό.

Η σωρευτική απώλεια χιλιάδων φοιτητών τα τελευταία χρόνια μεταφράζεται σε αντίστοιχη απώλεια εισοδήματος, κατανάλωσης και οικονομικής δραστηριότητας, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα μια τοπική οικονομία που ήδη αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Η διάσταση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Περιφέρειας Ηπείρου. Πρόκειται για μία από τις περιφέρειες της χώρας που αντιμετωπίζει εντονότερα προβλήματα δημογραφικής συρρίκνωσης, γήρανσης του πληθυσμού, απομάκρυνσης των νέων προς τα μεγάλα αστικά κέντρα και περιορισμένων αναπτυξιακών ευκαιριών».

Και καταλήγοντας αναφέρει: «Υπό αυτές τις συνθήκες, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων δεν αποτελεί μόνο έναν εκπαιδευτικό θεσμό, αλλά έναν από τους σημαντικότερους αναπτυξιακούς πυλώνες της περιοχής, με ουσιαστική συμβολή στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική της ζωή. Είναι, συνεπώς, εύλογο να αναρωτηθεί κανείς εάν η εφαρμογή ενός ενιαίου συστήματος εισαγωγής, χωρίς αξιολόγηση των επιπτώσεών του στις ιδιαίτερες συνθήκες των περιφερειακών πανεπιστημίων, εξυπηρετεί τελικά τον στόχο της ισόρροπης περιφερειακής ανάπτυξης που διαχρονικά αποτελεί βασική επιδίωξη της εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής.

Για τον λόγο αυτό, το Επιμελητήριο Ιωαννίνων προτείνει την έναρξη μιας ολοκληρωμένης διαδικασίας αξιολόγησης της εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής μετά την πενταετή λειτουργία της, με ιδιαίτερη έμφαση στις επιπτώσεις που αυτή έχει επιφέρει στα περιφερειακά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και στις τοπικές οικονομίες. Παράλληλα, θεωρούμε αναγκαία την εκπόνηση ειδικής μελέτης οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων, καθώς και την εξέταση πιθανών διορθωτικών παρεμβάσεων που θα διασφαλίζουν αφενός την ακαδημαϊκή ποιότητα και αφετέρου τη βιωσιμότητα και την αναπτυξιακή προοπτική των περιφερειακών πανεπιστημίων.

Το Επιμελητήριο Ιωαννίνων παραμένει στη διάθεση του Υπουργείου για την κατάθεση τεκμηριωμένων στοιχείων, την ανταλλαγή απόψεων και τη συμμετοχή σε κάθε διάλογο που θα συμβάλει στη διαμόρφωση μιας πολιτικής η οποία θα συνδυάζει την ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης με την ανάγκη στήριξης της περιφερειακής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής».