ΑΜΒΥΚΟΥΧΟΙ – ΑΜΠΕΛΟΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΕΣ – Αναγκαιότητα η απόδοση ενός διακριτού ΚΑΔ

Ένα μείζον ζήτημα, και απολύτως αναγκαίο αίτημα, κατατέθηκε πρόσφατα από τον Σύλλογο Αμβυκούχων και Αμπελοκαλλιεργητών Ηπείρου, προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

Ο λόγος για το αίτημα για την απόκτηση και απόδοση ενός διακριτού ΚΑΔ που τουλάχιστον δε θα τους εντάσσει στην ίδια κατηγορία με τις βιομηχανικές ή επαγγελματικές μονάδες παραγωγής αποσταγμάτων.

Σύμφωνα μάλιστα με ρεπορτάζ του Ioannina TV, παρά τις κατά καιρούς δεσμεύσεις της πολιτικής ηγεσίας σε θεωρητικό και προφορικό πάντα επίπεδο, ότι θα αντιμετωπιστούν οι αβελτηρίες που αναγνωρίζεται πως υπάρχουν στο πως η Πολιτεία αντιμετωπίζει τους διήμερους αποσταγματοποιούς, τα μέλη του Συλλόγου στην Ήπειρο διαπίστωσαν και φέτος στην δήλωση Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητας για τη νόμιμη διάθεση του προϊόντος πως εντάσσονται στην ίδια κατηγορία με τις βιομηχανικές μονάδες.

Όπως αναφέρουν στην επιστολή τους, «η εξομοίωση αυτή δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογές της νομοθεσίας καθώς δύναται να οδηγήσει σε επιβολή κανονιστικών υποχρεώσεων που έχουν θεσπιστεί για οργανωμένες βιομηχανικές εγκαταστάσεις παραγωγής.

Η εφαρμογή τέτοιων διατάξεων σε δραστηριότητα που από τη φύση της είναι περιστασιακή, μικρής κλίμακας, και άμεσα συνδεδεμένη με την αγροτική παραγωγή δημιουργεί προφανή αναντιστοιχία μεταξύ του πραγματικού χαρακτήρα της δραστηριότητας και του ακονιστικού πλαισίου που θα μπορούσε να επιβληθεί», αναφέρεται μεταξύ άλλων στην επιστολή.

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Αμβυκούχων και Αμπελοκαλλιεργητών Ηπείρου Ιωάννης Παπαθανασίου, μίλησε στο Ioannina TV και χαρακτήρισε απολύτως αναγκαία τη θεσμοθέτηση ειδικού και διακριτού Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητας με την ενδεικτική περιγραφή: «Παραδοσιακή περιορισμένης διάρκειας απόσταξη από μικρούς παραγωγούς – διήμεροι αποσταγματοποιοί – αμβυκούχοι».

Εκτίμησε, ότι μόνον με αυτόν τον τρόπο θα εξυπηρετηθούν αφενός ουσιαστικοί σκοποί δημοσίου συμφέροντος, θα διασφαλιστεί η συνέχεια μίας ιστορικής αγροτικής πρακτικής και θα διευκολυνθεί η ορθή εφαρμογή της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας.

Έκανε ακόμη θετική αναφορά και επισήμανση στην Επίκαιρη Ερώτηση του βουλευτή Ιωαννίνων Ν.Δ. κ. Αμυρά σχετικά με το θέμα όπως επίσης στην Αναφορά που κατέθεσε ο βουλευτής Ιωαννίνων ΠΑΣΟΚ Ιωάννης Τσίμαρης και σε προηγούμενη παρέμβαση του βουλευτή Ιωαννίνων του ΚΚΕ Νίκου Έξαρχου.

«Το προϊόν της διήμερης απόσταξης και εν γένει η αμπελοκαλλιέργεια και η διαδικασία της απόσταξης δεν είναι μία παραγωγική διαδικασία κενή περιεχομένου. Είναι μία κληρονομιά για την Ήπειρο, μία παράδοση μακραίωνη ένα στοιχείο της τοπικής και της εθνικής ταυτότητας», ανέφερε ο κ. Παπαθανασίου.

Καμπανάκι κινδύνου

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Ioannina TV, ο κ. Παπαθανασίου, έχοντας την εικόνα από την πορεία της αμπελοκαλλιέργειας στην Ήπειρο μέσα από τα στοιχεία του Συλλόγου, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την σταδιακή εγκατάλειψη της ηπειρωτικής υπαίθρου και της συγκεκριμένης παραγωγής.

Οι συνολικός αριθμός των αδειών για διήμερη απόσταξη το 2025 ήταν σχεδόν ο μισός από τον αντίστοιχο του 2024. Ο βασικός λόγος όπως ανέφερε, είναι η υπερβολικά αυστηρή νομοθεσία για τη διήμερη απόσταξη και τα εξοντωτικά πρόστιμα που προβλέπει και τα οποία δυστυχώς, επιβάλλονται επί δικαίων και αδίκων.

«Στην πράξη, έχουμε μία νομοθεσία που τιμωρεί την παραγωγικότητα. Ενώ οι κυβερνήσεις μιλούν διαχρονικά για την ανάγκη να στραφούμε στην παραγωγή, η νομοθεσία κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση, διώχνει δηλαδή κόσμο από την παραγωγή. Για μία διαφορά ενός βαθμού απόσταξης αντί για 40% εντοπιστεί 39% το πρόστιμο που επιβάλλεται είναι 1500 ευρώ. Πώς θα συνεχίσει αυτός ο αποσταγματοποιός να κάνει το ίδιο και την επόμενη χρονιά και πως θα πειστούν οι νέοι να ασχοληθούν με αυτό βλέποντας μία δαμόκλειο σπάθη να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους;», αναρωτήθηκε ο κ. Παπαθανασίου.

Ρωτήθηκε στη συνέχεια εάν πίσω από όλη αυτήν την κατάσταση, ο Σύλλογος εκτιμά πως βρίσκονται τα συμφέροντα των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων. «Υποθέσεις δε μπορούμε να κάνουμε. Αυτό που λέμε, είναι αυτό που βλέπουμε και ξέρουμε. Ότι η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα στην αμπελοκαλλιέργεια συρρικνώνεται διαρκώς. Εμείς δεν ανταγωνιζόμαστε τα διεθνή funds που βλέπουμε πως αγοράζουν τις μεγάλες επιχειρήσεις οίνου στη χώρα μας, γιατί αυτές οι εταιρείες έχουν ένα διαφορετικό σκεπτικό από εμάς. Δεν αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να υπάρχει χώρος και για εμάς που μπορούμε πραγματικά να διαφημίσουμε το τσίπουρο. Αν συνεχιστεί έτσι η κατάσταση, σε λίγα χρόνια δε θα έχουμε ΠΟΠ σταφύλι. Δεν προβληματίζεται κανείς για αυτό;. Εμείς το μόνο που ζητάμε, είναι να μας επιτρέψουν να παράγουμε και όχι να αγοράζουμε από αλλού για να κάνουμε την απόσταξη. Προφανώς και να βελτιώσουμε τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του αποστάγματος, προφανώς να προχωρήσουμε και στην εμφιάλωση, επίσης αυτονόητα να πληρώνουμε τους φόρους, αλλά να μην υπάρχει αυτή η εξόντωση», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ο Γ. Τσίμαρης

Την ίδια στιγμή, την ανάγκη δημιουργίας διακριτού Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητας (ΚΑΔ) για τους διήμερους αποσταγματοποιούς αναδεικνύει με Αναφορά που κατέθεσε προς τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ο βουλευτής Ιωαννίνων του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Ιωάννης Τσίμαρης, μεταφέροντας σχετικό αίτημα του Συλλόγου Αμβυκούχων και Αμπελοκαλλιεργητών Ηπείρου.

Οι διήμεροι αποσταγματοποιοί αποτελούν ένα ιδιαίτερο κομμάτι της αγροτικής παραγωγής και της τοπικής παράδοσης, διατηρώντας μια δραστηριότητα που συνδέεται άμεσα με την αμπελοκαλλιέργεια και την παραγωγική ταυτότητα πολλών περιοχών της χώρας.

Όπως επισημαίνεται στην Αναφορά, η έλλειψη ειδικού ΚΑΔ έχει ως αποτέλεσμα οι παραγωγοί αυτοί να εντάσσονται σε κατηγορίες που αφορούν επαγγελματικές ή βιομηχανικές μονάδες παραγωγής αποσταγμάτων, παρά το γεγονός ότι η δραστηριότητά τους διέπεται από διαφορετικά χαρακτηριστικά και ειδικό θεσμικό πλαίσιο.

Με την κοινοβουλευτική του παρέμβαση, ο κ. Τσίμαρης ζητά από το αρμόδιο Υπουργείο να εξετάσει το αίτημα του κλάδου, ώστε να υπάρξει μια σαφέστερη και δικαιότερη διοικητική αποτύπωση της συγκεκριμένης δραστηριότητας, συμβάλλοντας παράλληλα στη στήριξη των μικρών παραγωγών και στη διατήρηση μιας σημαντικής τοπικής παράδοσης.