Η καταβολή των ενισχύσεων στους παραγωγούς που υπέστησαν σοβαρές απώλειες στην παραγωγή τους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη διαδικασία λογιστικής τακτοποίησης οφειλών προς το Δημόσιο. Ειδικά δε για αυτούς που βρίσκονται σε ρυθμίσεις και είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους.
Τα παραπάνω αναφέρει αρχικά σε ανακοίνωσή της η Νομαρχιακή Επιτροπή Εκλογικού Αγώνα του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής Ιωαννίνων, στην οποία στη συνέχεια σημειώνονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Μιλάμε για αγρότες που υπέστησαν πραγματική οικονομική ζημία. Για παραγωγούς που έχασαν εισόδημα, παραγωγή και εισροές και οι οποίοι περίμεναν επί μήνες την οικονομική στήριξη που δικαιούνται. Όταν μια ενίσχυση χορηγείται για να αντισταθμίσει συγκεκριμένη παραγωγική ζημία, είναι εύλογο να τίθεται το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να παρακρατείται μέσω συμψηφισμού ακόμη και το σύνολο του ποσού, αντί να φτάνει στον παραγωγό για τον σκοπό για τον οποίο χορηγήθηκε.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη για όσους έχουν πραγματικές οφειλές αλλά τις εξυπηρετούν μέσω ενεργών ρυθμίσεων. Η ύπαρξη μιας ρύθμισης σημαίνει ότι ο πολίτης έχει ενταχθεί σε μια διαδικασία τακτοποίησης της υποχρέωσής του. Δεν μπορεί η οικονομική ενίσχυση που προορίζεται για την αντιμετώπιση μιας παραγωγικής καταστροφής να ακυρώνεται στην πράξη από μια γενικευμένη διαδικασία συμψηφισμού.
Η καθυστέρηση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε δεύτερη επιβάρυνση. Οι παραγωγοί δεν περίμεναν απλώς ένα ποσό στον τραπεζικό τους λογαριασμό. Περίμεναν μια ενίσχυση που είχε συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης, να καλύψει μέρος της οικονομικής απώλειας που δεν προκάλεσαν οι ίδιοι. Όταν η διαδικασία καθυστερεί για μήνες και τελικά, τη στιγμή της καταβολής, σημαντικό μέρος ή ακόμη και ολόκληρη η ενίσχυση κατευθύνεται σε συμψηφισμό οφειλών, δημιουργείται ένα εύλογο ερώτημα».
Στη συνέχεια η Νομαρχιακή Επιτροπή Εκλογικού Αγώνα αναφέρει: «Αν πραγματικά θέλουμε να μιλάμε για παραγωγική ανασυγκρότηση, δεν αρκεί να ανακοινώνονται ενισχύσεις μετά από κάθε καταστροφή. Χρειάζεται ένα σταθερό πλαίσιο που θα επιτρέπει στον παραγωγό να συνεχίζει να καλλιεργεί, να επενδύει, να ανανεώνει τον εξοπλισμό του και να παραμένει ενεργός στην παραγωγική διαδικασία.
Η αποζημίωση δεν πρέπει να αποτελεί απλώς μια δημοσιονομική εγγραφή. Πρέπει να αποτελεί εργαλείο διατήρησης της παραγωγής. Και γι’ αυτό απαιτείται μια διαφορετική προσέγγιση.
-Οι ενισχύσεις για αποδεδειγμένες παραγωγικές ζημιές να προστατεύονται από πρακτικές που μηδενίζουν στην πράξη το όφελος για τον δικαιούχο.
-Να βρεθεί άμεσα λύση για τους παραγωγούς που έχουν ενταχθεί σε ενεργές ρυθμίσεις και τις εξυπηρετούν. Να αποδεσμευτούν- επιστραφούν άμεσα τα ποσά που τους δεσμεύτηκαν.
-Οι διαδικασίες αποζημίωσης να ολοκληρώνονται σε εύλογο χρόνο και όχι όταν η οικονομική ζημία έχει ήδη μετατραπεί σε κρίση ρευστότητας και κάθε μέτρο στήριξης να συνδέεται με ένα ολοκληρωμένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Ο αγρότης που υπέστη ζημία δεν ζητά προνόμιο. Ζητά η ενίσχυση που θεσπίστηκε για την αντιμετώπιση της ζημιάς του να φτάσει πραγματικά στην παραγωγική του δραστηριότητα. Ζητά να συνεχίσει να παράγει με αξιοπρέπεια. Η Κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη είχε τον ΟΠΕΚΕΠΕ για να χρηματοδοτεί τους λίγους και εκλεκτούς και τώρα μέσω της ΑΑΔΕ τελειώνουν τον πραγματικό αγρότη. Από τις ενισχύσεις που χάνονταν στον δρόμο, περάσαμε στις αποζημιώσεις που φτάνουν στον αγρότη για να του τις πάρουν πίσω. Αυτό δεν είναι στήριξη της παραγωγής. Είναι εμπαιγμός του παραγωγού».





