Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου, 2021

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ – Πέρασε στη σφαίρα της αθανασίας…

Απεβίωσε χθες σε ηλικία 96 ετών ο κορυφαίος συνθέτης της χώρας μας – Τριήμερο εθνικό πένθος κήρυξε ο Πρωθυπουργός – Συλλυπητήρια μηνύματα  από πολιτικούς και από ανθρώπους της αυτοδιοίκησης των Ιωαννίνων

Περνώντας πια στη σφαίρα της αθανασίας μέσα από το σημαντικό του έργο, τις ιδέες και τη στάση ζωής, που θα τον κρατούν πάντα ζωντανό στην καρδιά και τη μνήμη μας, ο κορυφαίος μας συνθέτης  έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 96 ετών.
Πάντρεψε το λαϊκό τραγούδι με την ποίηση, έκανε την ελληνική μουσική μόδα στο εξωτερικό και με τους αγώνες του αποτέλεσε το πρότυπο του ενεργού πολιτικοποιημένου καλλιτέχνη, ενώ άφησε παρακαταθήκη ένα σημαντικό μουσικό έργο, που αντανακλά τις αγωνίες, τις χαρές και της απογοητεύσεις του ελληνισμού.
Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σε μήνυμά του, αναφερόμενος στην απώλεια του τεράστιου μουσικοσυνθέτη σε ηλικία 96 ετών, υποστήριξε πως «η φωνή του σίγησε και μαζί του σίγησε και ολόκληρος ο Ελληνισμός». «Η Ρωμιοσύνη σήμερα κλαίει. Και γι’ αυτό και με απόφαση της κυβέρνησης κηρύσσεται τριήμερο εθνικό πένθος», επεσήμανε χαρακτηριστικά ο πρωθυπουργός.

Λαϊκό προσκύνημα

Σύμφωνα με ανακοίνωση της οικογένειάς του, η σορός του μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, θα εκτεθεί σε τριήμερο λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη Αθηνών, από την ερχόμενη Τρίτη έως και την Πέμπτη.
Αναλυτικότερα, την Τρίτη 07/09, την Τετάρτη 8/09 από τις 10:00 π.μ. έως 19:00 μ.μ. και την Πέμπτη από τις 10:00 π.μ. έως 14:00 μ.μ.. Στις 15:00 μ.μ. θα τελεστεί η εξόδιος ακολουθία στην Ιερά Μητρόπολη Αθηνών.
Η τελευταία επιθυμία του Μίκη Θεοδωράκη, την οποία είχε μεταφέρει στον Δημήτρη Κουτσούμπα, τη γραμματέα του Ρένα Παρμενίδου και τον Πρόεδρο του «Παγκρητίου Συλλόγου Φίλων Μίκη Θεοδωράκη», Γιώργο Αγοραστάκη, ήταν η νεκρώσιμη ακολουθία και η ταφή να πραγματοποιηθούν στην πατρίδα του, τον Γαλατά Χανίων.
Όπως αναφέρει η ανακοίνωση του ΚΚΕ, προαισθανόμενος το τέλος της ζωής του, είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Δημήτρη Κουτσούμπα, δίνοντάς του το στίγμα των τελευταίων του επιθυμιών. Στην προσωπική του επιστολή στις 5 Οκτωβρίου 2020, προς τον Δημήτρη Κουτσούμπα, έγραφε: «Τώρα στο τέλος της ζωής μου, την ώρα των απολογισμών, σβήνουν απ’ το μυαλό μου οι λεπτομέρειες και μένουν τα “Μεγάλα Μεγέθη”. Έτσι βλέπω ότι τα πιο κρίσιμα, τα δυνατά και τα ώριμα χρόνια μου τα πέρασα κάτω από τη σημαία του ΚΚΕ. Για το λόγο αυτό θέλω να αφήσω αυτόν τον κόσμο σαν κομμουνιστής».

Τα πρώτα χρόνια

Κρητικός στην καταγωγή, ο Μίκης Θεοδωράκης γεννήθηκε στη Χίο, στις 29 Ιουλίου του 1925. Ο πατέρας του, Γιώργος Θεοδωράκης, δικηγόρος και ανώτερος κρατικός υπάλληλος, υπέστη πολλές μεταθέσεις και διώξεις, επειδή ήταν βενιζελικός.
Έτσι, ο Μίκης πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε διάφορες πόλεις της ελληνικής επαρχίας, γεγονός που τον βοήθησε να εξοικειωθεί με τα παραδοσιακά ακούσματα και τη μουσική της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στο μεγαλύτερο μέρος της εφηβείας του, έμεινε στην Τρίπολη. Εκεί άκουσε για πρώτη φορά την «Ενάτη Συμφωνία» του Μπετόβεν και αποφάσισε να γίνει συνθέτης, εκεί ανακάλυψε την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου και, σε ηλικία 17 ετών, έδωσε την πρώτη του συναυλία, παρουσιάζοντας το έργο του, «Κασσιανή».
Πήρε μέρος  στην Αντίσταση εναντίον των γερμανών και ιταλών κατακτητών. Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης  Μαρτίου, συμμετείχε δυναμικά και, μάλιστα, είχε καταθέσει στεφάνι στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη. Συνελήφθη και βασανίστηκε από τις ιταλικές αρχές, αλλά κατόρθωσε να διαφύγει στην Αθήνα. Παρά την επιθυμία του πατέρα του να ακολουθήσει τη νομική επιστήμη, τον κέρδισε η μουσική. Στο σύντομο πέρασμά του από τη Νομική Σχολή, γνώρισε τον έρωτα της ζωής του, τη φοιτήτρια ιατρικής Μυρτώ Αλτίνογλου, με την οποία μοιράστηκε τη ζωή του. Σύνθεση σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών.
Είχε ήδη οργανωθεί στο ΕΑΜ και συμμετείχε στα ταραγμένα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση και αντέδρασε στη μετακατοχική επέμβαση των Άγγλων στην ελληνική πολιτική σκηνή. Στα Δεκεμβριανά, τραυματίστηκε τόσο βαριά, που είχε θεωρηθεί νεκρός. Την περίοδο του Εμφυλίου, κρυβόταν σε διάφορα προάστια των Αθηνών. Εξορίστηκε πρώτα στην Ικαρία και μετά στη Μακρόνησο. Τότε ρίζωσε μέσα του το όραμα μιας ελεύθερης δημοκρατικής Ελλάδας, χωρίς διαιρέσεις. Η εξορία δεν τον εμπόδισε να γράφει μουσική. Μετά από μια επώδυνη στρατιωτική θητεία, έφυγε με τη γυναίκα του, με υποτροφία, στο Παρίσι (1954 -1959).  Στο Conservatoire, μελέτησε μουσική ανάλυση και, σταδιακά, άρχισε να αναγνωρίζεται διεθνώς το ταλέντο του στη συμφωνική μουσική.
Η αναγνώριση δεν ήταν αρκετή, για να τον κρατήσει άλλο στη Γαλλία. Όταν ο  Γιάννης Ρίτσος τού έστειλε τη θρυλική συλλογή ποιημάτων του, «Επιτάφιος», ο Θεοδωράκης, συνέθεσε το γνωστό αριστούργημά του και αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η Ελλάδα του 1960, με νωπές ακόμα τις πληγές του Εμφυλίου, παρέμενε βαθύτητα διχασμένη. Οι προσπάθειές του να επιτευχθεί μια συμφιλίωση, προκαλούσαν  αμηχανία στους συντρόφους του, αλλά και στους ιδεολογικούς αντιπάλους του.

Ηγέτης στην πρώτη αντιδικτατορική οργάνωση

Το 1966, προέβλεψε την επικείμενη δικτατορία. Η Χούντα του 1967 τον έστειλε ξανά  στην παρανομία, καθώς ανέλαβε  ηγετικό ρόλο στην πρώτη αντιδικτατορική οργάνωση. Το έργο του απαγορεύτηκε από το καθεστώς, αλλά αγκαλιάστηκε κρυφά από τη νεολαία.
Τον Αύγουστο του 1967, συνελήφθη  και μετά από βασανιστήρια, απομόνωση και απεργίες πείνας, μεταφέρθηκε βαριά άρρωστος στο νοσοκομείο των φυλακών Αβέρωφ. Στη συνέχεια καταδικάστηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό με την οικογένειά του, στην απομονωμένη Ζάτουνα. Η επιστροφή του στη Φυλακή του Ωρωπού επιδείνωσε την κλονισμένη του υγεία και ξεσηκώθηκε διεθνής κατακραυγή.
Το 1973, πρότεινε τη λύση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας και ελευθερίας. Αυτό προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στους κόλπους της Αριστεράς. Μετά την  πτώση της δικτατορίας, ο ελληνικός λαός επεφύλαξε υποδοχή ήρωα στον αγαπημένο του συνθέτη. Οι συναυλίες του γέμιζαν τα στάδια και τα τραγούδια του ακούστηκαν, επιτέλους, ελεύθερα στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, ενώ η αίγλη του παρέμενε ισχυρή και στο εξωτερικό. Τα έργα του: «Άξιον Εστί»  και «Κάντο Χενεράλ», ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή στις Σκανδιναβικές Χώρες. Στη Σουηδία, είχε αναπτύξει προσωπική φιλία με τον Ούλοφ Πάλμε, ο οποίος δολοφονήθηκε. Στην κηδεία του, ακούστηκε το αγαπημένο του μουσικό κομμάτι, «Ο ύμνος στην ελευθερία» του Θεοδωράκη.
Η ακτιβιστική δράση του συνθέτη και ο αγώνας του για την προάσπιση της ειρήνης, της δημοκρατίας και της ελευθερίας δε σταμάτησαν ποτέ. Είχε πρωτοστατήσει στην παγκόσμια κινητοποίηση για την αποφυλάκιση του Νέλσον Μαντέλα. Το 1976, ίδρυσε  το Κίνημα για τον Πολιτισμό και την Ειρήνη και, την επόμενη χρονιά, πραγματοποίησε στην Κρήτη συνέδριο για τον «Πολιτισμό και τον Σοσιαλισμό», με τη συμμετοχή γνωστών πολιτικών και προσωπικοτήτων. Το 1983, τιμήθηκε με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.  Μετά το ατύχημα στο Τσέρνομπιλ, ξεκίνησε περιοδεία στην Ευρώπη κατά της πυρηνικής ενέργειας.  Ηγήθηκε, επίσης, διαφόρων επιτροπών για την ελληνοτουρκική φιλία και έδωσε αρκετές συναυλίες στη γειτονική χώρα.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, υποστήριξε την ένωση των αριστερών δυνάμεων, αλλά  απογοητεύτηκε από την άρνησή τους για συνεργασία. Το 1989, υποστήριξε την κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ – Συνασπισμού του Τζαννή Τζαννετάκη, ενώ την επόμενη χρονιά,  εκλέχτηκε ανεξάρτητος Βουλευτής, συνεργαζόμενος με  την κυβέρνηση Μητσοτάκη, και έγινε Υπουργός Άνευ Χαρτοφυλακίου παρά τω Πρωθυπουργώ.

Το μουσικό του έργο

Ο Μίκης Θεοδωράκης ασχολήθηκε  με όλα τα είδη μουσικής και το πλούσιο έργο του χωρίζεται σε τρεις κύριες περιόδους: 1937 – 1960: έγραψε έργα συμφωνικά και μουσική δωματίου, σύμφωνα με τις  παραδοσιακές δυτικοευρωπαϊκές φόρμες, 1960 – 1980: επεδίωξε τη σύνδεση της νεοελληνικής ποίησης με τη σύγχρονη λαϊκή μουσική, καθιερώνοντας το «έντεχνο λαϊκό τραγούδι», και από το 1981, επέστρεψε στις συμφωνικές μορφές και ασχολήθηκε με την όπερα.
Η συνθετική του «Θεωρία των τετραχόρδων» βασιζόταν στο δωδεκαφθογγισμό και την αρχαία ελληνική μουσική. Οι πρώτες διακρίσεις  σε διεθνές επίπεδο συντέλεσαν  στην καθιέρωσή του ως νέου συνθέτη. Το 1957, παρέλαβε, από τον ίδιο τον Σοστακόβιτς, το Βραβείο για τον Διαγωνισμό Σύνθεσης Νέων στη Μόσχα, για το έργο του «Σουίτα Νο1 για πιάνο και ορχήστρα». Το 1959, με εισήγηση του Darius Milhaud, τιμήθηκε με το Copley Music Prize, ως «ο καλύτερος Ευρωπαίος συνθέτης της χρονιάς». Το μπαλέτο «Αντιγόνη» (1959), που ήταν παραγγελία του Βασιλικού Μπαλέτου του Λονδίνου, συνέβαλε ουσιαστικά στην αναγνώρισή του στον χώρο της δυτικοευρωπαϊκής έντεχνης μουσικής.
Η πραγματική στροφή στο έργο του συντελέστηκε το 1958, όταν συνέθεσε τα τραγούδια του κύκλου «Επιτάφιος», του Γιάννη Ρίτσου. Την Πρωτομαγιά του 1958, ημέρα συμβολική, άρχισε να ντύνει με τη μουσική του τον σπαρακτικό ποιητικό θρήνο της μάνας, που είχε χάσει τον γιο της στη μεγάλη απεργία των καπνεργατών. Ο «Επιτάφιος» κυκλοφόρησε σε δύο διαφορετικές ερμηνείες, την ίδια περίπου εποχή (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1960). Τη μία «αιρετική» εκδοχή, με έντονο το λαϊκό στοιχείο, υπέγραψαν ο συνθέτης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, με τον Μανώλη Χιώτη στο μπουζούκι. Η άλλη, λυρική και έντεχνη, είχε τη σφραγίδα του Μάνου Χατζιδάκι, με ερμηνεύτρια τη Νανά Μούσχουρη. Αμέσως, εμφανίστηκαν οι υπέρμαχοι της κάθε ερμηνείας, οι «Θεοδωρακικοί» και οι «Χατζιδακικοί». Τα τραγούδια του «Επιταφίου» παρουσιάστηκαν για  πρώτη φορά στις 5 Οκτωβρίου 1960 σε συναυλία στην Ελευσίνα, με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Στη συνέχεια, η έμπνευση του συνθέτη επικεντρώθηκε στη λεγόμενη «έντεχνη λαϊκή μουσική», σύμφωνα με τον όρο που καθιέρωσε ο ίδιος. Από το 1960 έως το 1980, μελοποίησε γνωστά έργα της νεοελληνικής ποίησης στους κύκλους των τραγουδιών του, συνέθεσε ορατόρια, μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Οι στίχοι σημαντικών ελλήνων και ξένων ποιητών, όπως οι Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης, Γκάτσος, Ρώτας, Χριστοδούλου, Καμπανέλλης, Λειβαδίτης, Αναγνωστάκης, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Πωλ Ελυάρ, Πάμπλο Νερούντα κ.ά., ταξίδεψαν στις λαϊκές γειτονιές, χάρη στη μουσική  του.
Δεύτερος σταθμός στην πορεία του ήταν το «Άξιον Εστί» του Ελύτη, για το οποίο έλεγε: «Αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα μνημείο της σύγχρονης ελληνικής τέχνης. Ακόμα πιο πολύ ο βαθύτατος ελλαδισμός του, το φέρνει στην πρώτη γραμμή του αγώνα του λαού μας για την ολοκλήρωσή του». Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό από το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, τον Μάιο του 1964 και, τον Οκτώβριο, ανέβηκε στο Θέατρο Κοτοπούλη – Rex, με αφηγητή τον Μάνο Κατράκη.
Κάποιοι από τους κύκλους τραγουδιών του που αγαπήθηκαν ιδιαίτερα είναι οι: «Αρχιπέλαγος», «Πολιτεία», «Μικρές Κυκλάδες», «Τα λαϊκά», «Τα τραγούδια του αγώνα», «18 Λιανοτράγουδα», «Ρωμιοσύνη», «Επιφάνια», «Κύκλος Φαραντούρη», «Η μπαλάντα του Μαουτχάουζεν». Επίσης, σημαντική ήταν η συμβολή του στο θέατρο με πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις. Η ενασχόλησή του ξεκίνησε με την τραγωδία του Ευριπίδη, «Φοίνισσες» (1960), που παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Η επιτυχία, όμως, ήρθε με την παράσταση «Ένας όμηρος», του Ιρλανδού Μπρένταν Μπίαν, σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά (1962). Τραγούδια, όπως τα «Ήταν 18 Νοέμβρη» και «Το γελαστό παιδί», κατέβηκαν από τη θεατρική σκηνή, για να συναντήσουν αργότερα τις παρέες του αντιδικτατορικού αγώνα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης

Στον θάνατο του κορυφαίου δημιουργού Μίκη Θεοδωράκη αναφέρθηκε ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, στην εισαγωγική τοποθέτησή του στη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, η οποία πραγματοποιείται μέσω τηλεδιάσκεψης, μετά από αναβολή της την Τρίτη, λόγω της ανακοίνωσης του ανασχηματισμού.
«Τη σημερινή μας συνεδρίαση σκιάζει δυστυχώς μία πολύ θλιβερή είδηση: Ο Μίκης Θεοδωράκης περνά πια στην αιωνιότητα. Η φωνή του σίγησε και μαζί του σίγησε και ολόκληρος ο Ελληνισμός» ανέφερε και τόνισε: «Όπως είχε γραφτεί και για τον Παλαμά, “όλοι είχαμε ξεχάσει πως είναι θνητός”‘. Όμως, μας αφήνει παρακαταθήκη τα τραγούδια του, την πολιτική του δράση, αλλά και την εθνική του προσφορά σε κρίσιμες στιγμές.
Η Ρωμιοσύνη σήμερα κλαίει. Και γι’ αυτό και με απόφαση της κυβέρνησης από σήμερα κηρύσσεται τριήμερο εθνικό πένθος.
Όπως ξέρετε, είχα την τιμή να τον γνωρίζω για πολλά χρόνια και σχετικά πρόσφατα μάλιστα τον είχα επισκεφτεί. Οι συμβουλές του ήταν πάντα πολύτιμες για μένα, κυρίως αυτές που αφορούσαν στην ενότητα του λαού μας και στην υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών. Πιστεύω πως η καλύτερη τιμή προς αυτόν τον παγκόσμιο Έλληνα θα είναι εμείς, με το καθημερινό μας έργο, να κάνουμε πράξη αυτό ακριβώς το μήνυμά του. Ο Μίκης είναι η Ιστορία μας και πρέπει να τη συνεχίσουμε όπως θα ήθελε και εκείνος».

Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Συλλυπητήρια δήλωση εξέδωσε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου, για την απώλεια του μεγάλου δημιουργού, Μίκη Θεοδωράκη.
«Ο Μίκης Θεοδωράκης, την απώλεια του οποίου πενθούμε σήμερα, υπήρξε ένας πανέλληνας και ταυτόχρονα οικουμενικός δημιουργός, ένα ανεκτίμητο κεφάλαιο του μουσικού μας πολιτισμού. Του χαρίστηκε μια πλούσια και γόνιμη ζωή που την βίωσε με πάθος, μια ζωή ταγμένη στη μουσική, τις τέχνες, τον τόπο μας και τους ανθρώπους του, αφοσιωμένη στις ιδέες της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας, της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Ο Μίκης δοκιμάστηκε σε όλα τα είδη της μουσικής – το τραγούδι, το ορατόριο, τη συμφωνική μουσική, τη μουσική για τον κινηματογράφο – με εξαιρετική επιτυχία. Έγραψε μελωδίες που συνυφάνθηκαν με την ιστορική και κοινωνική πορεία της Ελλάδας τα μεταπολεμικά χρόνια, μουσικές που λειτούργησαν σαν παρότρυνση, σαν παρηγοριά, σαν διαμαρτυρία, σαν στήριγμα στις ζοφερές περιόδους της νεότερης ιστορίας μας. Πάντα «πολιτικός», συνέδεσε την πολιτική πράξη με την υπέρβαση και τον αγώνα. Ο ίδιος αυτοχαρακτηρίστηκε ‘μόνος, ανένταχτος, ανεξάρτητος, αυτοστρατευμένος’. Ταγμένος στην εθνική αξιοπρέπεια, την ανθρωπιά και την ομοψυχία, δεν έπαψε ποτέ να είναι ένας βαθύς, πολυσχιδής δημιουργός, κι ένας καλλιτέχνης που επέμενε ως το τέλος να βλέπει τον κόσμο με τον ρομαντισμό και την εμπιστοσύνη μιας αιώνιας, ακατάλυτης νιότης», σημειώνει η ΠτΔ.

Ο Κ. Τασούλας

«Tο σύμπαν του κόσμου του ελληνικού με ευλάβεια υποκλίνεται στη συναρπαστική διαδρομή του», σημειώνει ο πρόεδρος της Βουλής Κωνσταντίνος Τασούλας για την απώλεια του Μίκη Θεοδωράκη.
«Με βαθιά θλίψη και συγκίνηση πληροφορηθήκαμε σήμερα το πρωί την εκδημία του Μίκη Θεοδωράκη, μετά μια μεστή ημερών, προσφοράς, αλλά και αναγνώρισης ζωή», αναφέρει ο πρόεδρος της Βουλής και προσθέτει: «Μελωδός της ελληνικότητας με μοναδικό τρόπο, μας έφερε σε επαφή με όλες τις εκφάνσεις της “με μουσικές εξαίσιες, με φωνές”, γι΄ αυτό και σήμερα το σύμπαν του κόσμου του ελληνικού με ευλάβεια υποκλίνεται στη συναρπαστική διαδρομή του και στην ανεπανάληπτη και οικουμενική πολιτιστική και όχι μόνο συμβολή του, ενώ την ίδια στιγμή ξεκινάει η πολύτιμη συμπόρευσή μας με την ανεκτίμητη μνήμη του. Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι, και δικαίως, ο διασημότερος Έλληνας των καιρών μας. Συνθέτης, συγγραφέας, πολιτικός ταυτίστηκε με τη χώρα και τον λαό μας όσο κανείς, πρόβαλε την Ελλάδα όσο κανείς και μάγεψε την Ελλάδα όσο κανείς. Η ελληνικότητα έχασε τον μελωδό της, όχι όμως τις μελωδίες του, που θα συνεχίσουν να γοητεύουν και να εμπνέουν.
Όσο για τη δημόσια και πολιτική του προσφορά, το πάθος του για την πατρίδα, τη δημοκρατία και την ελευθερία, και αυτά θα συνεχίσουν να εμπνέουν, έχοντας σχηματίσει ένα εξαιρετικά γόνιμο αποτύπωμα που το σφυρηλατεί παραδειγματικότατα για περισσότερο από μισό αιώνα! Θερμότατα συλλυπητήρια προσωπικώς και εκ μέρους της Βουλής των Ελλήνων στην οικογένειά του».

Ο Δήμαρχος Ιωαννίνων

Ο Δήμος Ιωαννιτών και ο Δήμαρχος Μωυσής Ελισάφ, με ανακοίνωσή τους, εκφράζουν την βαθιά τους θλίψη για το θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη, ενός μεγάλου Έλληνα.
«Ο Μίκης με το έργο και την παρουσία του σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και ταξίδεψε την Ελλάδα σε κάθε γωνιά του κόσμου. Η απώλειά του αφήνει ένα τεράστιο κενό που πάντα θα προσπαθεί να γεμίσει ο Ήλιος της Δικαιοσύνης. Και στην οικουμένη που γέμισε με μουσικές του Μίκη πάντα θα χορεύει κάποιος Ζορμπάς με την ψυχή της Ρωμιοσύνης», αναφέρεται στην ανακοίνωση.

Το Πνευματικό Κέντρο

Το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ιωαννιτών, επίσης με ανακοίνωσή του, αποχαιρετά τον μεγαλύτερο Έλληνα συνθέτη του περασμένου αιώνα, έναν φάρο μόνιμα αναμμένο του νεο-ελληνικού πολιτισμού.
Η αντιδήμαρχος Πολιτισμού και πρόεδρος του Πνευματικού Κέντρου, Ελένη Ακονίδου, σε δήλωσή της επισημαίνει: «Ο Μίκης δεν είναι πια εδώ, λένε. Και όμως ο Μίκης ήταν πάντα εδώ και πάντα εδώ θα είναι. Ο μεγάλος Έλληνας, που όλοι φωνάζουν με το μικρό του όνομα, είναι η Ελλάδα που τόσο αγάπησε, για την οποία τόσο αγωνίστηκε και που σήμερα την αποχαιρετά για να ζήσει αιώνια «εδώ» μέσα από την απαράμιλλη Τέχνη του.
Ο Μίκης των ξένων, της Εντίθ Πιαφ, των Μπητλς, της Τζόαν Μπαέζ, του Χόλιγουντ στο Σέρπικο και του Ζορμπά, που με ένα συρτάκι σε μια παραλία ανέδειξε την ανθρώπινη δύναμη του να πέφτεις και να ξανασηκώνεσαι. Να αρχίζεις ξανά και να μην σταματάς ποτέ να ελπίζεις για μια καλύτερη ζωή. Ο Μίκης του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Λειβαδίτη, του Μανόλη Αναγνωστάκη, της ελληνικής ποίησης του 20 αιώνα, που έντυσε και ανέδειξε ακόμη περισσότερο με την μουσική του. Ο Μίκης παιδί στα Γιάννενα, τη Μυτιλήνη το Αργοστόλι, τον Πύργο Ηλείας, την Πάτρα και την Τρίπολη να αφουγκράζεται τους καημούς των μεγάλων και τον σφυγμό των ανθρώπων στις μικρές μας πόλεις. Ο Μίκης που γνώρισε την Ελλάδα πριν τον γνωρίσει η ίδια. Ο Μίκης της ελληνικής ψυχής, του τραυματισμένου αγώνα προς το μέλλον. Ο Μίκης μιας μικρής χώρας στην Μεσόγειο που ακούμπησε πάνω του για να χαράξει μια δική της πορεία στην ιστορία. Το αντίο μοιάζει λίγο. Θα ξανασυναντηθούμε άλλωστε αύριο, την ερχόμενη εβδομάδα, τον επόμενο χρόνο σε μία συναυλία, μια παράσταση, στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση μα πάνω από όλα σε ένα δωμάτιο, μέσα στο οποίο ένα παιδί αυτή τη στιγμή κάνει πρόβα τραγουδώντας για “μια άνοιξη ακριβή” και οι νότες ξεπηδούν από τα παράθυρα και ποτίζουν όλη τη γειτονιά. Μια μικρή χώρα στη Μεσόγειο ευχαριστεί και εύχεται “Καλό Ταξίδι”!».

Η «Ενότητα Πολιτών»

Με ανακοίνωσή της η παράταξη «Ενότητα Πολιτών – Νέα Γιάννενα», αποχαιρετά τον Μ. Θεοδωράκη.
«Φτωχότερη είναι από σήμερα ολόκληρη η Ελλάδα καθώς έσβησε για πάντα η «ψυχή της Ρωμιοσύνης», ο Μίκης Θεοδωράκης. Ένας καλλιτέχνης που στα δυσκολότερα χρόνια της σύγχρονης ιστορίας της χώρας μας, έκανε την Ελλάδα και την αντίστασή της απέναντι στον απολυταρχισμό, ξακουστή στα πέρατα του κόσμου.
Ο Μίκης κατάφερε να γίνει ένας παγκόσμιος Έλληνας και η παρακαταθήκη που αφήνει σε όλους εμάς παραμένει αθάνατη, όπως το τεράστιο έργο του. Για εμάς στην «Ενότητα Πολιτών Νέα Γιάννενα», η φράση του «στη χώρα που γεννήθηκε η Δημοκρατία, πεθαίνουν οι τύραννοι», παραμένει πυξίδα για τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουμε στα κοινά. Τον ευχαριστούμε για όλα όσα προσέφερε στην Ελλάδα τους έλληνες», αναφέρεται στην ανακοίνωση.

Οι «Πολίτες για την Ανατροπή»

Ανακοίνωση εξέδωσε χθες και η παράταξη «Πολίτες για την Ανατροπή».
Σε αυτή σημειώνονται τα εξής: «Δεν ξέρουμε αν είναι δόκιμο να βγάζει, μια μικρή παράταξη σε έναν Δήμο, ανακοίνωση για τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη. Όμως γιατί είναι δόκιμο να γράφουμε, για την φτωχή μας καθημερινότητα, τους απολογισμούς δικαιολόγησης των δύο ισχνών χρόνων και την αντιδημοκρατική κουλτούρα της δημοτικής αρχής; Είναι δόκιμο να ασχολούμαστε με ότι μας βυθίζει σε σκοτεινά μονοπάτια αποδοχής του νεοφιλελεύθερου ρεαλισμού, του «αντισημίτη» Πλεύρη και της «Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης»;
Ας είμαστε ρεαλιστές σαν τον Μίκη, ας είμαστε παρόντες και δημιουργικοί, να είμαστε δίπλα σε αυτούς που έχουν ανάγκη και όχι σε αυτούς που κυβερνούν. Να κάνουμε λάθη, λάθη μικρά αλλά και μεγάλα, που δεν διορθώνονται και ας ζητήσουμε συγνώμη προσευχόμενοι με στίχους του Ρίτσου, του Σεφέρη, του Ελύτη, τραγουδώντας τους μελωδικά όπως ο Μίκης τους έφερε κοντά μας και τους έκανε δικούς μας. Ας είμαστε παρόντες και δημιουργικοί, στην ζωή, την μικρή την δική μας αλλά και στην Ζωή με κεφαλαίο. Ας ακούμε την μουσική του Μ. Θεοδωράκη και ας μαθαίνουμε ότι οι «συνθέσεις» προκύπτουν μέσα από την ικανότητα διαλόγου των μουσικών οργάνων αλλά και του ποιητικού λόγου, όταν παρακάμπτουν το εγώ και συναντούν το εμείς. Ευχαριστούμε τον μεγάλο αυτόν Έλληνα καλλιτέχνη με την διεθνή αναγνώριση για όσα πρόσφερε σε μας με το έργο και την ζωή του».

ΔΗΜΟΦΙΛΗ